Μπορεί μία εργαζόμενη δημοτικού παιδικού σταθμού να δικαιούται το ειδικό επίδομα θέσης ευθύνης, μολονότι δεν έχει τοποθετηθεί τυπικά ως τμηματάρχης; Πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απαντά καταφατικά, όταν από τα πραγματικά δεδομένα προκύπτει ότι η εργαζόμενη ασκεί σταθερά, με γνώση του φορέα, την πλήρη ευθύνη λειτουργίας μιας αυτοτελούς δομής. Η υπόθεση χειρίστηκε η δικηγορική μας εταιρεία για λογαριασμό της εργαζόμενης, αναδεικνύοντας ότι η εφαρμογή του άρθρου 16 του ν. 4354/2015 δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από την εσωτερική ονομασία μιας οργανικής μονάδας.
Το επίδομα θέσης ευθύνης συνδέεται συνήθως με την κατοχή συγκεκριμένης ιεραρχικής θέσης. Στην πράξη, όμως, οι οργανωτικές δομές των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων δεν είναι πάντοτε προσαρμοσμένες στην καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών τους. Ιδίως στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, ένας εργαζόμενος μπορεί να φέρει επί μακρό χρόνο την ευθύνη για το προσωπικό, το παιδαγωγικό πρόγραμμα, την ασφάλεια των παιδιών, την επικοινωνία με τους γονείς και τη διοικητική λειτουργία, χωρίς να έχει εκδοθεί πράξη που να τον χαρακτηρίζει «προϊστάμενο τμήματος».
Αυτό ακριβώς ήταν το κρίσιμο σημείο της διαφοράς. Το δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην τυπική περιγραφή της θέσης, αλλά εξέτασε εάν ο παιδικός σταθμός αποτελούσε στην πράξη αυτοτελή λειτουργική μονάδα και εάν η ενάγουσα είχε πράγματι τεθεί επικεφαλής του. Από τα υπηρεσιακά έγγραφα προέκυπτε σταθερή ανάθεση ευθύνης: η εργαζόμενη συντόνιζε το προσωπικό, μεριμνούσε για την εύρυθμη λειτουργία, είχε ευθύνη για ζητήματα υγείας και ασφάλειας, επικοινωνούσε με τους γονείς και εμφανιζόταν στα εσωτερικά έγγραφα του φορέα ως το πρόσωπο αναφοράς της δομής. Ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία είχαν η επίσημη τοποθέτησή της, η υπηρεσιακή αλληλογραφία, η αξιολόγηση και ο σχεδιασμός αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών.
Η απόφαση δέχθηκε, με άλλα λόγια, ότι η ιδιότητα του επικεφαλής δεν αποδεικνύεται μόνο από τον ορισμό υπαλλήλου σε θέση ευθύνης. Μπορεί να προκύψει από ένα συνεκτικό σύνολο αντικειμενικών στοιχείων που αποτυπώνουν ποιος λαμβάνει τις καθημερινές οργανωτικές αποφάσεις, ποιος δίνει κατευθύνσεις στο προσωπικό, ποιος λογοδοτεί προς τη διοίκηση και ποιος φέρει την ευθύνη έναντι γονέων και παιδιών. Όταν αυτές οι αρμοδιότητες αποτελούν μόνιμο μέρος της υπηρεσιακής πραγματικότητας, η απουσία του τυπικού τίτλου δεν εξαλείφει αυτομάτως την αντίστοιχη μισθολογική αξίωση.
Η προσέγγιση αυτή είναι σημαντική για δύο λόγους. Πρώτον, εμποδίζει τον εργοδότη να αξιοποιεί επί μακρόν υπηρεσίες αυξημένης ευθύνης χωρίς την αμοιβή που ο νομοθέτης συνδέει με αυτές. Δεύτερον, προστατεύει την ουσιαστική ισότητα μεταξύ εργαζομένων που εκτελούν συγκρίσιμα καθήκοντα, ακόμη και αν η οργανωτική τους ένταξη έχει αποτυπωθεί διαφορετικά στα εσωτερικά σχήματα κάθε φορέα.
Η κρίση δεν σημαίνει ότι κάθε παιδαγωγός ή κάθε έμπειρος υπάλληλος μιας δομής δικαιούται αυτομάτως το επίδομα. Χρειάζεται σαφής απόδειξη πραγματικής, σταθερής και συνολικής ευθύνης. Δεν αρκούν μεμονωμένες εντολές, μία πρόσκαιρη αναπλήρωση ή η άτυπη βοήθεια προς συναδέλφους. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να μπορεί να δείξει συνέχεια στον χρόνο και αναγνώριση της θέσης του από τη διοίκηση μέσα από έγγραφα που δημιουργήθηκαν κατά τη συνήθη υπηρεσιακή λειτουργία.
Αποδεικτικά, μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν τα στοιχεία που δεν συντάχθηκαν εκ των υστέρων για τη δίκη. Ένα μήνυμα με οδηγίες προς το προσωπικό, μία υπογραφή ως υπευθύνου σε σχέδιο εκκένωσης, η καταγραφή του προσώπου ως σημείου επικοινωνίας με τις κεντρικές υπηρεσίες ή μία αξιολόγηση που αναφέρεται σε καθήκοντα διοίκησης σχηματίζουν πιο αξιόπιστη εικόνα από μία γενική βεβαίωση. Η αξίωση πρέπει ακόμη να προσδιορίζεται ανά χρονική περίοδο, επειδή μπορεί να έχουν μεταβληθεί η οργανωτική δομή, η ανάθεση καθηκόντων ή το ύψος του επιδόματος.
Στην εξεταζόμενη υπόθεση, η τεκμηρίωση αυτή οδήγησε στην αναγνώριση του δικαιώματος και στην επιδίκαση των αναδρομικών διαφορών αποδοχών, με τον νόμιμο τόκο. Το αποτέλεσμα έχει ευρύτερη αξία πέρα από την ατομική διαφορά: δείχνει ότι, στις μισθολογικές αξιώσεις του δημόσιου τομέα, το οργανόγραμμα είναι η αφετηρία της έρευνας, όχι πάντοτε το τέλος της.
Για εργαζομένους σε αντίστοιχη θέση, η ουσιαστική προετοιμασία αρχίζει πριν από τη δικαστική διεκδίκηση. Χρειάζεται να συγκεντρωθούν οι πράξεις τοποθέτησης, τα μηνύματα υπηρεσιακής αλληλογραφίας, τα έγγραφα κατανομής αρμοδιοτήτων, οι αξιολογήσεις, οι πίνακες προσωπικού, τα σχέδια ασφάλειας και κάθε στοιχείο που αποτυπώνει ποιος διοικεί πραγματικά τη μονάδα. Για τους δήμους και τα νομικά τους πρόσωπα, αντίστοιχα, η απόφαση αποτελεί υπενθύμιση ότι η πραγματική λειτουργία των δομών πρέπει να συμβαδίζει με σαφείς πράξεις ανάθεσης και ορθή μισθολογική αντιμετώπιση. Η οργανωτική ασάφεια δεν είναι ουδέτερη: μπορεί να μετατραπεί σε δικαστικά ελέγξιμη οικονομική υποχρέωση.