Η ρύθμιση της επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το ανήλικο τέκνο αποτελεί ένα από τα πλέον ευαίσθητα ζητήματα του οικογενειακού δικαίου. Η δυσκολία του δεν οφείλεται μόνο στην ανάγκη διαμόρφωσης ενός λειτουργικού προγράμματος, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι το δικαστήριο καλείται συχνά να διακρίνει το πραγματικό συμφέρον του παιδιού από την ένταση, τη δυσπιστία και τα παράπονα που έχουν συσσωρευθεί στη σχέση των γονέων.

Η πρόσφατη υπ’ αριθ. 4106/2026 απόφαση του Εφετείου Αθηνών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή επαναφέρει τη σχετική συζήτηση στη σωστή της βάση. Με την απόφαση απορρίφθηκε έφεση με την οποία επιδιωκόταν η ουσιώδης συρρίκνωση ήδη καθορισμένου προγράμματος επικοινωνίας πατέρα με το ανήλικο τέκνο του, καθώς και η υπαγωγή της επικοινωνίας σε πρόσθετους περιορισμούς. Πέρα από την κρίση επί της συγκεκριμένης διαφοράς, το Εφετείο διατύπωσε ορισμένες ουσιαστικές παραδοχές για τη λειτουργία του δικαιώματος επικοινωνίας και τα όρια εντός των οποίων επιτρέπεται ο περιορισμός του.

Αφετηρία της δικαστικής κρίσης αποτελεί ο παιδοκεντρικός χαρακτήρας της επικοινωνίας. Η επικοινωνία δεν αντιμετωπίζεται ως ατομικό προνόμιο του γονέα ούτε ως ανταμοιβή για τη συμπεριφορά του απέναντι στον άλλο γονέα. Αποβλέπει πρωτίστως στην προστασία του ίδιου του τέκνου και στην ανάγκη του να διατηρεί ουσιαστικό συναισθηματικό δεσμό και με τους δύο γονείς του. Η σταθερή παρουσία του γονέα με τον οποίο το παιδί δεν διαμένει συμβάλλει στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, στην αίσθηση ασφάλειας και στην ομαλή ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη. Για τον λόγο αυτό, κάθε περιορισμός της επικοινωνίας πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που συνδέονται άμεσα με το συμφέρον του παιδιού και όχι με την προσωπική αντιπαράθεση των ενηλίκων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η παραδοχή ότι η ύπαρξη έντασης ή ακόμη και έντονης αντιδικίας μεταξύ των γονέων δεν αρκεί, από μόνη της, για να δικαιολογήσει τον περιορισμό της επικοινωνίας. Σε διαφορετική περίπτωση, ο γονέας που συντηρεί ή οξύνει τη σύγκρουση θα μπορούσε, επικαλούμενος την ίδια αυτή σύγκρουση, να επιτύχει τη συρρίκνωση της σχέσης του παιδιού με τον άλλο γονέα. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μετέφερε τις συνέπειες της διαφωνίας των ενηλίκων στο τέκνο και θα καθιστούσε το δικαίωμά του σε σταθερή σχέση και με τους δύο γονείς εξαρτώμενο από την ποιότητα των μεταξύ τους προσωπικών σχέσεων.

Η απόφαση αναδεικνύει, παράλληλα, την υποχρέωση του γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο να επιδεικνύει την αναγκαία ανοχή και συνεργασία για την πρακτική εφαρμογή της επικοινωνίας. Η υποχρέωση αυτή δεν προϋποθέτει την αποκατάσταση μιας φιλικής σχέσης μεταξύ των γονέων ούτε την απουσία διαφωνιών. Επιβάλλει, όμως, τη διατήρηση του ελάχιστου αναγκαίου επιπέδου συνεννόησης, ώστε η παράδοση και η παραλαβή του παιδιού, η ενημέρωση για ουσιώδη ζητήματά του και η τήρηση του προγράμματος να μην εξαρτώνται κάθε φορά από την προσωπική διάθεση του ενός ή του άλλου γονέα. Η γονεϊκή ευθύνη εξακολουθεί να υφίσταται και μετά τη διάσπαση της συμβίωσης και απαιτεί από αμφότερους να διαχωρίζουν, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, τη μεταξύ τους αντιπαράθεση από τις ανάγκες του παιδιού.

Αντίστοιχα αυστηρές είναι οι προϋποθέσεις για την επιβολή επιτηρούμενης επικοινωνίας ή άλλων ιδιαίτερα επαχθών περιορισμών. Τέτοια μέτρα δεν μπορούν να στηρίζονται σε γενικές υπόνοιες, σε υποκειμενικούς φόβους ή σε ισχυρισμούς που δεν επιβεβαιώνονται από τα αποδεικτικά στοιχεία. Απαιτείται η διαπίστωση συγκεκριμένου κινδύνου για τη σωματική ή ψυχική υγεία του τέκνου ή περιστατικών που καταδεικνύουν πραγματική αδυναμία του γονέα να ανταποκριθεί με ασφάλεια στον γονεϊκό του ρόλο. Η επιτήρηση δεν αποτελεί μέσο διαχείρισης της δυσπιστίας του ενός γονέα προς τον άλλο, αλλά εξαιρετικό μέτρο προστασίας του παιδιού, το οποίο πρέπει να επιβάλλεται μόνο όταν αποδεικνύεται η αναγκαιότητά του.

Στην ίδια κατεύθυνση, η μικρή ηλικία του τέκνου δεν αποκλείει αυτομάτως ένα ουσιαστικό πρόγραμμα επικοινωνίας ή τη διαμονή του στην οικία του άλλου γονέα. Η ηλικία αποτελεί ασφαλώς παράγοντα που συνεκτιμάται, ιδίως κατά την πρώτη περίοδο αποχωρισμού ή επανασύνδεσης. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιείται αφηρημένα ως λόγος για τη διαρκή διατήρηση μιας περιορισμένης και αποσπασματικής επαφής. Κρίσιμη είναι η πραγματική σχέση που έχει ήδη αναπτυχθεί, η εξοικείωση του παιδιού με τον γονέα και την κατοικία του, η μέχρι τότε πορεία της επικοινωνίας και η ικανότητα του γονέα να ανταποκριθεί στις καθημερινές ανάγκες του.

Από την άποψη αυτή, ιδιαίτερα χρήσιμη είναι και η διάκριση μεταξύ ενός μεταβατικού σταδίου προσαρμογής και της οριστικής ρύθμισης της επικοινωνίας. Μια σταδιακή διεύρυνση μπορεί να είναι αναγκαία όταν η σχέση του παιδιού με τον γονέα έχει διακοπεί ή όταν δεν έχει ακόμη αποκτήσει την απαιτούμενη σταθερότητα. Δεν είναι, όμως, ορθό ένα μεταβατικό μέτρο να αναπαράγεται μηχανικά, όταν στο μεταξύ έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα και η επικοινωνία έχει ήδη εξελιχθεί ομαλά. Η δικαστική κρίση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες όπως έχουν πραγματικά διαμορφωθεί κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης και όχι να παραμένει προσκολλημένη σε μια προγενέστερη οικογενειακή εικόνα.

Την υπόθεση χειρίστηκε η δικηγορική εταιρεία μας, εκπροσωπώντας τον εφεσίβλητο πατέρα. Στις προτάσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Εφετείου τέθηκε στο επίκεντρο η αυτοτελής ανάγκη του τέκνου να διατηρεί σταθερή και ανεμπόδιστη σχέση με τον πατέρα του και υποστηρίχθηκε ότι η προσωπική αντιπαράθεση των γονέων δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμη βάση για τη δραστική περιστολή της επικοινωνίας. Επισημάνθηκε επίσης ότι η αναγκαιότητα οποιουδήποτε μεταβατικού περιορισμού έπρεπε να κριθεί με βάση τα επίκαιρα πραγματικά δεδομένα και την ήδη διαμορφωμένη σχέση του παιδιού με τον πατέρα του και όχι με αναφορά στις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την έναρξη της διαφοράς.

Το Εφετείο κινήθηκε στην ίδια ουσιαστική κατεύθυνση. Αξιολογώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν διαπίστωσε περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν κίνδυνο για το τέκνο ή να δικαιολογήσουν την επιτηρούμενη και δραστικά περιορισμένη επικοινωνία που ζητήθηκε. Απέρριψε, επομένως, την έφεση και διατήρησε τον ουσιαστικό πυρήνα του προγράμματος επικοινωνίας, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια της σχέσης του παιδιού με τον πατέρα του.

Η σημασία της ΕφΑθ 4106/2026 υπερβαίνει τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η απόφαση υπενθυμίζει ότι η επικοινωνία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πεδίο συνέχισης της αντιδικίας των γονέων. Όταν δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένος κίνδυνος για το παιδί, η κακή σχέση μεταξύ των ενηλίκων δεν αποτελεί λόγο περιστολής της επικοινωνίας, αλλά λόγο για τη διαμόρφωση μιας σαφούς και λειτουργικής ρύθμισης που θα προστατεύει τη σχέση του τέκνου με καθέναν από τους γονείς του από τις συνέπειες αυτής ακριβώς της σύγκρουσης.