Στο άρθρο 21 του Συντάγματος κατοχυρώνεται ρητώς η υποχρέωση του Κράτους για την προστασία της υγείας και τη μέριμνα υπέρ ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, μεταξύ των οποίων και τα άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ). Ιδίως, η παράγραφος 6 του άρθρου 21, η οποία προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001, καθιερώνει ειδική συνταγματική πρόνοια για την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή των ΑμεΑ στην κοινωνική και οικονομική ζωή.
Σε εκτέλεση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 21, εκδόθηκε ο ν. 2643/1998, ο οποίος θεσπίζει προστατευτικό πλαίσιο για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρία με ποσοστό τουλάχιστον 50%, τα οποία έχουν περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής απασχόλησης . Ο νόμος αυτός εισάγει μηχανισμούς ενίσχυσης της πρόσβασης των ΑμεΑ στην εργασία τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.
Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ν. 3227/2004, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, προβλέφθηκε ειδικό καθεστώς συνέχισης της απασχόλησης ατόμων με αναπηρία που είχαν ενταχθεί σε προγράμματα επιχορήγησης νέων θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι τα ΑμεΑ τα οποία απασχολούνται μέσω τέτοιων προγραμμάτων και τα οποία ο φορέας επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολεί, θεωρείται ότι έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τον ν. 2643/1998.
Η μεταγενέστερη τροποποίηση του πλαισίου με τον ν. 4186/2013 διεύρυνε σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της διάταξης, καθόσον πλέον η δυνατότητα συνέχισης της απασχόλησης δεν περιορίζεται μόνο σε όσους απασχολήθηκαν μέσω επιδοτούμενων προγραμμάτων, αλλά επεκτείνεται σε όλα τα άτομα με αναπηρία που απασχολήθηκαν με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή ακόμη και κατόπιν δικαστικών αποφάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η απασχόληση αυτή υφίστατο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα πριν τη δημοσίευση του νόμου.
Τίθεται ειδικά το ζήτημα αν οι επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα μπορούν με βάση το ανωτέρω πλαίσιο να συνάψουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με ΑμεΑ που πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος ή αν, αντίθετα, η σύναψε τέτοιων συμβάσεων υπάγεται στην απαγόρευση των παρ. 7 και 8 του ά. 103 του Συντάγματος.
Από τη συνδυαστική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι και οι δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις δύνανται, υπό προϋποθέσεις, να συνάπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με ΑμεΑ, εκτός των διαδικασιών του ΑΣΕΠ. Οι βασικές προϋποθέσεις που τίθενται είναι: (i) η ύπαρξη ποσοστού αναπηρίας άνω του 50%, (ii) η προηγούμενη απασχόληση του εργαζομένου στον ίδιο φορέα, ιδίως στο πλαίσιο προγραμμάτων απασχόλησης, και (iii) η βούληση του φορέα να συνεχίσει την απασχόληση.
Η νομολογία έχει επιβεβαιώσει τη συμβατότητα του εν λόγω καθεστώτος με το Σύνταγμα. Ειδικότερα, με την υπ’ αριθμ. 531/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι οι ειδικές διατάξεις που προστατεύουν τα ΑμεΑ, ερειδόμενες στο άρθρο 21 του Συντάγματος, υπερισχύουν έναντι των γενικών περιορισμών του άρθρου 103 περί προσλήψεων στο Δημόσιο.
Στο ίδιο πνεύμα, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ’ αριθμ. 413/2010 γνωμοδότησή του, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Εσωτερικών, έχει κρίνει ότι είναι νόμιμη η σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από δημοτικές επιχειρήσεις με άτομα με αναπηρία που είχαν απασχοληθεί προηγουμένως μέσω προγραμμάτων απασχόλησης. Παράλληλα, η σχετική πρακτική έχει επιβεβαιωθεί και σε επίπεδο διοικητικής εφαρμογής, καθώς πλήθος δημόσιων και δημοτικών επιχειρήσεων έχει ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες μετατροπές συμβάσεων, ενώ και το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει κρίνει ως νόμιμες τις σχετικές δαπάνες.